Κεφάλαιο 1Η προκατάληψη που όλοι βλέπουν
Αν υπάρχει ένα εύρημα σε αυτή την έρευνα που δεν επιδέχεται αμφισβήτηση, είναι ότι η ελληνική κοινωνία γνωρίζει πολύ καλά τι συμβαίνει. Τρεις στους τέσσερις συμφωνούν ότι οι προκαταλήψεις απέναντι στους Ρομά παραμένουν πολύ έντονες. Έξι στους δέκα αναγνωρίζουν ότι οι Ρομά αντιμετωπίζουν διακρίσεις στην Ελλάδα σήμερα. Και όμως, όταν η ερώτηση παύει να αφορά «την κοινωνία» και στραφεί στον ίδιο τον ερωτώμενο, η εικόνα αντιστρέφεται: η προσωπική στάση της πλειοψηφίας απέναντι στους Ρομά είναι αρνητική.
Το σχήμα δεν είναι υποκρισία με την απλή έννοια· είναι κάτι πιο ενδιαφέρον. Οι ερωτώμενοι δεν κρύβουν τη στάση τους — τη δηλώνουν με ειλικρίνεια που σπανίζει σε έρευνες για ευαίσθητες ομάδες. Η κοινωνία περιγράφει τον εαυτό της με ακρίβεια: βλέπει την προκατάληψη, την ονομάζει, και την κρατά.
Πού εντοπίζει τις διακρίσεις; Όχι πρωτίστως στους θεσμούς, αλλά στην ίδια την καθημερινότητα — εκεί όπου η ίδια συμμετέχει:
Και εδώ εμφανίζεται η γέφυρα που κάνει το παράδοξο βιώσιμο. Μόλις 2 στους 10 πιστεύουν ότι οι περισσότεροι Ρομά θέλουν να ενταχθούν στην ελληνική κοινωνία — το 72% διαφωνεί. Η πεποίθηση αυτή λειτουργεί ως γνωστικός μηχανισμός εκτόνωσης: «υπάρχει αδικία, αλλά δεν θέλουν κι οι ίδιοι». Έτσι η αναγνώριση της διάκρισης και η προσωπική απόσταση μπορούν να συγκατοικούν χωρίς εσωτερική τριβή. Αξίζει πάντως να σημειωθεί: στους νέους 17–34 η πίστη στη βούληση ένταξης φτάνει το 30% — στους 35–54 πέφτει στο 12%.
Η πολιτική γεωγραφία του φαινομένου έχει τη δική της ανατροπή. Καμία ιδεολογική οικογένεια δεν είναι πλειοψηφικά θετική — ούτε η Αριστερά, που ισορροπεί σχεδόν στη μέση. Και το Κέντρο, που συνήθως φαντάζεται τον εαυτό του ως μετριοπαθή χώρο, εμφανίζεται εξίσου αρνητικό με τη Δεξιά. Η απόσταση από τους Ρομά δεν είναι ιδεολογικό προνόμιο· είναι εγκάρσια στάση.
Κεφάλαιο 2Η σκάλα της απόστασης — και μια ανατροπή
Το 1925 ο Αμερικανός κοινωνιολόγος Emory Bogardus σχεδίασε ένα απλό εργαλείο: αντί να ρωτά τι πιστεύουν οι άνθρωποι για μια ομάδα, ρωτούσε πόσο κοντά τους θα τη δέχονταν — ως συνάδελφο, ως γείτονα, ως μέλος της οικογένειας. Η «κλίμακα κοινωνικής απόστασης» έγινε το κλασικότερο μέτρο της προκατάληψης, ακριβώς επειδή μετρά όχι λόγια αλλά όρια. Έναν αιώνα μετά, η ίδια κλίμακα στην Ελλάδα δίνει μια καθαρή — και σε ένα σημείο απρόσμενη — εικόνα.
Η κλιμάκωση είναι αναμενόμενη μέχρι ένα σημείο: όσο πιο προσωπική η σχέση, τόσο μικρότερη η άνεση. Ο χώρος εργασίας — δημόσιος, ρυθμισμένος, αναστρέψιμος — είναι ο πιο ανεκτικός. Η εκπαίδευση του παιδιού, ήδη πιο δύσκολη. Αλλά στο κάτω σκαλί η σειρά ανατρέπεται: ο γείτονας αποδεικνύεται πιο δύσκολος ακόμη και από τον γάμο μέσα στην οικογένεια. Έξι στους δέκα δηλώνουν ότι θα ένιωθαν άβολα με Ρομά γείτονα.
Το πιο σφιχτό όριο της ελληνικής κοινωνίας δεν είναι η οικογένεια — είναι η γειτονιά. Η απόσταση από τους Ρομά μετριέται σε μέτρα.
Η ανάγνωση είναι σχεδόν χωροταξική. Ο γάμος συγγενή είναι ενδεχόμενο μακρινό και υποθετικό· η γειτονιά είναι καθημερινότητα, περιουσία, «ποιος μπαίνει στην πολυκατοικία». Η δουλειά είναι διαπραγματεύσιμη — το σπίτι όχι. Και αυτό συνδέει το εύρημα με τον τομέα όπου η ίδια η κοινωνία εντόπισε έντονες διακρίσεις στο πρώτο κεφάλαιο: τη στέγαση.
Κεφάλαιο 3Στάση χωρίς επαφή
Ίσως το πιο αποκαλυπτικό στοιχείο της έρευνας δεν είναι μια γνώμη αλλά μια απουσία. Ο μισός πληθυσμός δηλώνει ότι δεν έχει καμία απολύτως επαφή με Ρομά στην καθημερινότητά του. Μόλις 7% έχει συχνή επαφή. Η πλειοψηφική αρνητική στάση, δηλαδή, διαμορφώνεται εν κενώ — χωρίς πρόσωπα, χωρίς ονόματα, χωρίς εμπειρία.
Η γεωγραφία εντείνει το φαινόμενο: στην Αθήνα η πλήρης απουσία επαφής φτάνει το 65,5%. Η πρωτεύουσα, όπου συγκεντρώνεται η μισή χώρα, είναι και ο τόπος όπου οι Ρομά είναι πιο αόρατοι — παρόντες στον δημόσιο λόγο, απόντες από τη διπλανή θέση.
Αν όμως η εμπειρία απουσιάζει, από πού αντλείται η εικόνα; Η ίδια η κοινωνία δίνει την απάντηση: το 56,2% συμφωνεί ότι τα μέσα ενημέρωσης παρουσιάζουν συχνά τους Ρομά με αρνητικό ή στερεοτυπικό τρόπο. Οι ερωτώμενοι, με άλλα λόγια, γνωρίζουν ότι η κύρια πηγή της εικόνας τους είναι παραμορφωτική — και παρ' όλα αυτά η εικόνα λειτουργεί. Η στάση απέναντι στους Ρομά είναι ίσως η πιο διαμεσολαβημένη στάση της ελληνικής κοινωνίας: χτισμένη σχεδόν εξ ολοκλήρου από αφηγήσεις τρίτων.
Κεφάλαιο 4Ένταξη — αλλά με ποιους όρους;
Όταν η συζήτηση φτάνει στο τι θα σήμαινε «ένταξη», η ελληνική κοινωνία δίνει μια απάντηση με σαφή πλειοψηφία: όχι συνύπαρξη τρόπων ζωής, αλλά πλήρης υιοθέτηση του κυρίαρχου. Το 53,2% θεωρεί ότι οι Ρομά πρέπει να υιοθετήσουν πλήρως τον ελληνικό τρόπο ζωής· μόνο το 30% δέχεται ότι μπορούν να διατηρούν τον δικό τους και παράλληλα να συμμετέχουν ισότιμα. Το αφομοιωτικό μοντέλο υπερισχύει του πολυπολιτισμικού σχεδόν δύο προς ένα.
Εδώ όμως ανοίγει η μεγαλύτερη δημογραφική ρωγμή ολόκληρου του αφιερώματος — και είναι έμφυλη:
Στους άνδρες το αφομοιωτικό σχήμα κυριαρχεί σχεδόν τρία προς ένα· στις γυναίκες οι δύο αντιλήψεις σχεδόν ισορροπούν. Καμία άλλη μεταβλητή — ούτε η ηλικία, ούτε η μόρφωση, ούτε η ιδεολογία — δεν παράγει τέτοια απόκλιση στο ερώτημα αυτό. Οι γυναίκες εμφανίζονται συνολικά πιο ανεκτικές και στην προσωπική στάση (51% αρνητική έναντι 64,5% των ανδρών), αλλά η διαφορά κορυφώνεται ακριβώς στο ερώτημα του πολιτισμικού όρου της ένταξης.
Μια δεύτερη, πιο διακριτική ρωγμή είναι ηλικιακή: η πιο αρνητική γενιά δεν είναι η μεγαλύτερη αλλά η μεσαία. Οι 35–54 δηλώνουν αρνητική στάση σε ποσοστό 68% — υψηλότερο τόσο από τους νέους όσο και από τους άνω των 55, που αποδεικνύονται η ηπιότερη ομάδα. Η γενιά της ενεργού βιοπάλης, της στέγης και των παιδιών στο σχολείο είναι και η γενιά της μεγαλύτερης απόστασης.
Κεφάλαιο 5Ποιος πρέπει να κάνει τι
Στο ερώτημα της ευθύνης, η κοινωνία επιστρέφει το βάρος εκεί όπου τοποθέτησε και τη βούληση: στους ίδιους τους Ρομά. Είναι η πρώτη απάντηση με διαφορά — και στη Δεξιά φτάνει το 45,5%. Το κράτος έρχεται τρίτο.
Αντίστοιχα διχασμένη είναι η κοινωνία και στο αν το κράτος πρέπει να επενδύσει περισσότερο στην κοινωνική ένταξη των Ρομά — μια οριακή ισορροπία που δεν προσφέρει σε καμία πολιτική εντολή:
Και όμως, μέσα σε ένα αφιέρωμα γεμάτο αποστάσεις και διχασμούς, υπάρχει ένα σημείο σχεδόν καθολικής συναίνεσης. Όταν η ερώτηση γίνεται συγκεκριμένη — πού πρέπει να επενδύσει η Πολιτεία — μία απάντηση συγκεντρώνει όσο όλες οι άλλες μαζί:
Ό,τι κι αν πιστεύει κανείς για τους ενήλικες — για τη βούλησή τους, για την ευθύνη τους — στα παιδιά η κοινωνία βρίσκει κοινό έδαφος. Η εκπαίδευση των παιδιών Ρομά είναι το μόνο σημείο του αφιερώματος όπου Αριστερά, Κέντρο και Δεξιά, άνδρες και γυναίκες, νέοι και μεγαλύτεροι συγκλίνουν χωρίς επιφύλαξη.
Κοινωνιολογικός επίλογοςΤι λέει η θεωρία
Η έρευνα αυτή αναπαράγει, σχεδόν έναν αιώνα μετά, δύο από τα θεμελιώδη εργαλεία της κοινωνιολογίας της προκατάληψης — και τα δύο μιλούν καθαρά. Η κλίμακα κοινωνικής απόστασης του Bogardus (1925) δείχνει ότι η προκατάληψη δεν είναι ενιαία στάση αλλά διαβαθμισμένο σύστημα ορίων: η ελληνική εκδοχή της έχει την ιδιαιτερότητα ότι το αυστηρότερο όριο δεν είναι το αίμα αλλά ο τόπος. Και η «υπόθεση της επαφής» του Gordon Allport (1954) — ότι η προκατάληψη υποχωρεί όπου υπάρχει ουσιαστική, ισότιμη συναναστροφή — φωτίζει το κεντρικό κενό: μια κοινωνία που κατά το ήμισυ δεν έχει συναντήσει ποτέ αυτούς για τους οποίους έχει διαμορφωμένη γνώμη.
Το ευρύτερο σχήμα θυμίζει την παρατήρηση του Robert Merton ότι η στάση και η πράξη, η αναγνώριση και η συμπεριφορά, δεν βαδίζουν αναγκαστικά μαζί: μπορεί κανείς να καταδικάζει τη διάκριση και να την ασκεί, να τη βλέπει στην κοινωνία και να μην την αναγνωρίζει στον καθρέφτη. Η έρευνα δεν κρίνει αυτή τη στάση — τη χαρτογραφεί. Και ο χάρτης δείχνει μια προκατάληψη πλήρως ορατή στους φορείς της, θεμελιωμένη στην απουσία επαφής, με το πιο σφιχτό της σύνορο στη γειτονιά· αλλά και ένα πέρασμα που παραμένει ανοιχτό, εκεί όπου συμφωνούν όλοι: στο σχολείο.
Αναφορές: Bogardus, E. S. (1925), Measuring Social Distance · Allport, G. W. (1954), The Nature of Prejudice · Merton, R. K. (1949), Discrimination and the American Creed.
Σχετικά με την έρευνα
Η qed social and market research είναι εταιρεία κοινωνικής και εμπορικής έρευνας. Το People of Greece αποτελεί το κοινωνικό παρατηρητήριο της qed, που παράγει πανελλαδικές μετρήσεις σε πολιτικά, κοινωνικά και καταναλωτικά ζητήματα. Τα ευρήματα προέρχονται από πανελλαδική online έρευνα σε ενήλικο πληθυσμό (18+), τον Ιούλιο 2026 (N=512). Τα ποσοστά αφορούν σταθμισμένα δεδομένα· τυχόν αθροίσματα διαφορετικά του 100% οφείλονται σε στρογγυλοποιήσεις.